Οδηγός Γνώσης
Λεξικό όρων
Οι όροι που θα συναντήσετε στις δουλειές και στους οδηγούς μας, εξηγημένοι απλά.
Α
- Αιθάλη
- Η μαύρη, λιπαρή σκόνη που αφήνει ο καπνός στους τοίχους και στο ταβάνι, μετά από φωτιά ή από τζάκι και σόμπα. Αν βαφτεί από πάνω χωρίς καθαρισμό και αστάρι, ξαναβγαίνει.
- Ακρυλικό χρώμα
- Χρώμα νερού με ακρυλική ρητίνη, η πιο διαδεδομένη επιλογή για εξωτερικούς τοίχους. Αντέχει στον ήλιο και στη βροχή και έχει μια ελαστικότητα που ακολουθεί τις μικρές κινήσεις του τοίχου.
- Άλατα (εξανθήματα)
- Λευκή, σκονώδης ή κρυσταλλική κρούστα στην επιφάνεια ενός τοίχου. Είναι άλατα που κουβαλά το νερό μέσα από την τοιχοποιία και μένουν πίσω όταν εκείνο εξατμίζεται.
- Ανερχόμενη υγρασία
- Υγρασία από το έδαφος που ανεβαίνει μέσα στους τοίχους από τους πόρους των υλικών. Φαίνεται ως λεκέδες, φουσκωμένοι σοβάδες και άλατα στη βάση των τοίχων.
- Αντιολισθητική επιφάνεια
- Δάπεδο, πλακάκι ή χρώμα με τραχιά υφή, που δεν γλιστράει εύκολα όταν βραχεί. Χρειάζεται σε μπαλκόνια, αυλές, σκάλες και γύρω από ντουζιέρες.
- Αντισκωριακό οπλισμού
- Προστατευτική στρώση που περνιέται στα σίδερα του οπλισμού, αφού καθαριστούν από τη σκουριά, για να μη συνεχίσουν να σκουριάζουν πριν κλείσουν με νέο υλικό.
- Αρμός (αρμολόγημα)
- Το κενό ανάμεσα σε πλακάκια, πλάκες ή πέτρες, και το υλικό που το γεμίζει. Αρμολόγημα λέγεται το γέμισμα των αρμών, που δένει την επιφάνεια και κρατά έξω νερό και βρωμιά.
- Αστάρι
- Η πρώτη, λεπτή στρώση που περνά πριν από το κύριο υλικό. Δένει τη σκόνη, κλείνει τους πόρους και βοηθά το χρώμα ή το στεγανωτικό να κολλήσει γερά.
- Ασφαλτόπανο (ασφαλτική μεμβράνη)
- Στεγανωτικό σε ρολά από ασφαλτικό υλικό με εσωτερικό οπλισμό. Κολλιέται στην ταράτσα με φλόγιστρο, σε φύλλα που επικαλύπτονται στις ενώσεις.
Β
- Βερνίκι
- Διάφανη ή ημιδιάφανη επίστρωση για ξύλο, που αφήνει να φαίνονται τα νερά του και το προστατεύει από τον ήλιο, τη βροχή και τη φθορά.
Γ
- Γαρμπιλομπετό (τσιμεντοκονία κλίσεων)
- Στρώση από τσιμεντοκονία ή ελαφρύ μπετό που ρίχνεται πάνω στην πλάκα, για να δώσει κλίσεις και μια γερή, πατητή επιφάνεια για το επόμενο υλικό.
- Γκριζάρισμα ξύλου
- Το γκρίζο, τραχύ στρώμα που αποκτά το ξύλο όταν μένει χωρίς προστασία στον ήλιο και τη βροχή. Είναι φθορά της επιφάνειας και συνήθως φεύγει με τρίψιμο.
- Γυψοσανίδα
- Φύλλο από γύψο ντυμένο με χαρτόνι, που βιδώνεται σε μεταλλικό σκελετό για ψευδοροφές και ελαφριούς τοίχους. Κρύβει καλώδια και σωλήνες και δέχεται χωνευτά φώτα.
Δ
- Διάβρωση οπλισμού
- Η σκουριά στα σίδερα μέσα στο μπετόν. Το σίδερο που σκουριάζει φουσκώνει, σπάει το μπετόν γύρω του και το ρίχνει σε κομμάτια, αφήνοντας τον οπλισμό γυμνό.
- Δώμα (ταράτσα)
- Η επίπεδη οροφή από μπετό στην κορυφή του κτιρίου. Είναι ο πιο συνηθισμένος τύπος οροφής στην Ελλάδα και το σημείο που δέχεται τον περισσότερο ήλιο και βροχή.
Ε
- Ελαστομερές στεγανωτικό
- Παχύ, ελαστικό στεγανωτικό χρώμα για ταράτσες, στηθαία και στέγες. Τεντώνει χωρίς να σκάει όταν το κτίριο διαστέλλεται και γεφυρώνει τις τριχοειδείς ρωγμές.
- Εντοιχιζόμενο καζανάκι
- Καζανάκι που μπαίνει μέσα στον τοίχο, πάνω σε μεταλλικό πλαίσιο που συνήθως κρατά και κρεμαστή λεκάνη. Από έξω φαίνεται μόνο το πλήκτρο.
- Επισκευαστικό κονίαμα
- Ειδικό τσιμεντοειδές κονίαμα για να ξαναχτίζεται μπετόν που έσπασε ή έπεσε, π.χ. γύρω από σκουριασμένα σίδερα. Πιάνει καλά στο παλιό μπετόν και κλείνει τον οπλισμό.
Θ
- Θερμογέφυρα
- Σημείο ενός κτιρίου από όπου η ζέστη και το κρύο περνούν πιο εύκολα απ' ό,τι από τον υπόλοιπο τοίχο ή την πλάκα, όπως οι κολόνες, τα δοκάρια και οι άκρες της πλάκας.
- Θερμομόνωση
- Στρώση από υλικό που περνά δύσκολα τη θερμότητα, ώστε το σπίτι να κρατά τη ζέστη τον χειμώνα και να μένει δροσερό το καλοκαίρι.
- Θερμοπρόσοψη
- Σύστημα εξωτερικής θερμομόνωσης: μονωτικές πλάκες κολλιούνται και στερεώνονται στους εξωτερικούς τοίχους και σκεπάζονται με οπλισμένο σοβά και τελικό επίχρισμα.
Κ
- Κάδος μπαζών
- Μεγάλο μεταλλικό κοντέινερ όπου ρίχνονται τα μπάζα μιας οικοδομικής δουλειάς και που το παίρνει φορτηγό όταν γεμίσει. Στον δρόμο θέλει συνήθως άδεια του δήμου.
- Καθαίρεση
- Το γκρέμισμα ή το ξήλωμα όσων πρέπει να φύγουν πριν από μια ανακαίνιση: τοίχοι, πλακάκια, σοβάδες, είδη υγιεινής, παλιά δάπεδα ή μονώσεις.
- Κανάλι τοίχου
- Το αυλάκι που ανοίγεται σε έναν τοίχο για να περάσουν σωλήνες ή καλώδια μέσα του. Μετά κλείνει με κονίαμα ή σοβά και στο τέλος δεν φαίνεται.
- Καφασωτό
- Πάνελ από λεπτά ξύλινα πηχάκια που διασταυρώνονται σε πλέγμα. Χρησιμοποιείται για διαχωριστικά, για κάλυψη θέας και σε πέργκολες και ζαρντινιέρες.
- Κεραμοσκεπή
- Κεκλιμένη στέγη σκεπασμένη με κεραμίδια, πάνω σε ξύλινο σκελετό ή πλάκα από μπετό. Η στεγάνωση βρίσκεται από κάτω, στο υπόστρωμα κάτω από τα κεραμίδια.
- Κλίσεις
- Η ελαφριά κλίση που δίνεται σε ταράτσες, μπαλκόνια και δάπεδα μπάνιου, ώστε το νερό να κυλά προς το σιφώνι ή την υδρορροή και να μη λιμνάζει.
- Κόγχη ντουζιέρας
- Μια εσοχή μέσα στον τοίχο της ντουζιέρας, ντυμένη με πλακάκι, για σαμπουάν και σαπούνια. Αντικαθιστά τα ράφια και τα καλαθάκια που προεξέχουν.
- Κόλλα πλακιδίων
- Το έτοιμο τσιμεντοειδές κονίαμα, σε σκόνη που ανακατεύεται με νερό, με το οποίο κολλάνε τα πλακάκια σε τοίχους και δάπεδα. Απλώνεται με οδοντωτή σπάτουλα.
- Κούφια πλακάκια (ξεκόλλημα)
- Πλακάκια ή πλάκες που έχουν ξεκολλήσει από τη βάση τους. Ακούγονται κούφια όταν τα χτυπάς ελαφριά, και συχνά κουνιούνται ή ραγίζουν.
- Κούφιος (φουσκωμένος) σοβάς
- Σοβάς που έχει ξεκολλήσει από τον τοίχο ή το ταβάνι πίσω του. Ακούγεται υπόκωφος όταν τον χτυπάτε ελαφρά και συχνά φουσκώνει ή ραγίζει πριν πέσει.
- Κράσπεδο
- Η σειρά από πέτρες ή μπετό στην άκρη του πεζοδρομίου, που το χωρίζει από τον δρόμο και κρατά τη στρώση του στη θέση της.
- Κρεμαστή λεκάνη
- Λεκάνη τουαλέτας που στερεώνεται στον τοίχο, πάνω σε μεταλλικό πλαίσιο μαζί με εντοιχιζόμενο καζανάκι, χωρίς να πατάει στο δάπεδο.
- Κτιστή βάση ντουζιέρας
- Χαμηλό, χτισμένο δάπεδο ντουζιέρας με κλίση προς το σιφώνι, που ντύνεται με πλακάκι. Λύση όταν το δάπεδο δεν έχει βάθος για ντουζιέρα στο ίδιο επίπεδο.
Λ
- Λαμαρίνα
- Μεταλλικά φύλλα, απλά ή κυματοειδή, για στέγες και υπόστεγα. Ελαφριά και γρήγορα στο στήσιμο, αλλά ζεσταίνονται πολύ και σκουριάζουν στις βίδες και στα κοψίματα.
Μ
- Μούχλα
- Μύκητες που φυτρώνουν σε υγρές επιφάνειες και αφήνουν μαύρα ή πρασινωπά στίγματα και μυρωδιά κλεισούρας. Είναι σύμπτωμα υγρασίας, όχι πρόβλημα του χρώματος.
- Μπάζα
- Τα άχρηστα υλικά που βγαίνουν από καθαιρέσεις και οικοδομικές εργασίες: σπασμένα πλακάκια, σοβάδες, τούβλα, μπετά. Μαζεύονται σε σακιά και πρέπει να απομακρύνονται νόμιμα.
Ν
- Ντουζιέρα δαπέδου
- Ντουζιέρα χωρίς σκαφάκι και χωρίς σκαλοπάτι, στο ίδιο επίπεδο με το υπόλοιπο δάπεδο του μπάνιου. Το νερό φεύγει από σιφόνι ή γραμμικό κανάλι αποχέτευσης.
Ξ
- Ξεφλούδισμα χρώματος
- Όταν το χρώμα χάνει την πρόσφυσή του και σηκώνεται σε λέπια ή φύλλα. Είναι σχεδόν πάντα σημάδι κάποιου προβλήματος από κάτω, συνήθως υγρασίας ή κακής προετοιμασίας.
Π
- Πέργκολα
- Ανοιχτή κατασκευή σκίασης σε αυλή, βεράντα ή ταράτσα, με κολόνες και δοκάρια και από πάνω περσίδες, καλάμια, πανί ή φυτά. Συχνά είναι ξύλινη.
- Πέτρινη πλακόστρωση
- Δάπεδο από φυσικές πέτρινες πλάκες, ακανόνιστες ή κομμένες, σε αυλές, πεζοδρόμια, βεράντες και σκάλες. Οι πέτρες στρώνονται σε κονίαμα και οι αρμοί ανάμεσά τους γεμίζουν.
- Πιλοτή
- Ο ανοιχτός ισόγειος χώρος κάτω από μια πολυκατοικία, πάνω σε κολόνες χωρίς τοίχους, που χρησιμεύει συνήθως ως πάρκινγκ ή είσοδος.
- Πίσσα
- Μαύρο ασφαλτικό υλικό που απλώνεται ζεστό ή ως υγρό γαλάκτωμα. Κλείνει τους πόρους του μπετού και κρατά έξω το νερό.
- Πλαστικό χρώμα
- Το συνηθισμένο χρώμα νερού για εσωτερικούς τοίχους και ταβάνια. Αραιώνεται με νερό, στεγνώνει γρήγορα, έχει ελάχιστη μυρωδιά και βγαίνει σε ματ, σατινέ ή πιο γυαλιστερό φινίρισμα.
- Πλέγμα οπλισμού
- Πλέγμα ή ύφασμα, συνήθως από υαλονήματα ή πολυεστέρα, που μπαίνει μέσα σε σοβά, σε επίστρωση ή σε υγρή στεγάνωση για να τη δένει και να μην ανοίγουν ρωγμές.
- Πρέκι
- Το δοκάρι πάνω από μια πόρτα, ένα παράθυρο ή ένα άνοιγμα σε τοίχο, που σηκώνει τα τούβλα από πάνω και μεταφέρει το βάρος τους στα πλάγια.
Ρ
- Ρωγμή
- Άνοιγμα ή σχισμή σε σοβά, μπετόν, τοίχο, επίστρωση ή ξύλο. Οι λεπτές ρωγμές είναι συνήθως επιφανειακές· όσες μεγαλώνουν, ξανανοίγουν ή είναι λοξές θέλουν προσοχή.
Σ
- Σάπισμα ξύλου
- Η φθορά του ξύλου από μύκητες, όταν μένει υγρό για καιρό. Το σάπιο ξύλο μαλακώνει, βουλιάζει στο πάτημα ή θρυμματίζεται, και δεν σώζεται με βαφή.
- Σιλικόνη
- Ελαστικό σφραγιστικό σε φύσιγγα, που κλείνει τις ενώσεις γύρω από μπανιέρες, ντουζιέρες, νιπτήρες, πάγκους κουζίνας και κουφώματα, για να μην περνά νερό ή αέρας.
- Σιφώνι
- Το στόμιο στο δάπεδο από όπου φεύγει το νερό σε ταράτσες, μπαλκόνια και μπάνια, με σχάρα από πάνω και συνήθως οσμοπαγίδα από κάτω.
- Σοβάς
- Το κονίαμα από άμμο, τσιμέντο ή ασβέστη και νερό που απλώνεται πάνω σε τούβλα ή μπετόν και δίνει στον τοίχο ίσια, γερή επιφάνεια, έτοιμη για βάψιμο ή πλακάκια.
- Στατική μελέτη
- Η μελέτη μηχανικού που ελέγχει αν ένα κτίριο αντέχει μια αλλαγή, για παράδειγμα ένα άνοιγμα σε φέροντα τοίχο, και ορίζει πώς θα γίνει και με ποια ενίσχυση.
- Στεγανοποίηση
- Οι εργασίες και τα υλικά που εμποδίζουν το νερό να περάσει σε ταράτσες, μπαλκόνια, μπάνια, υπόγεια, ζαρντινιέρες και δεξαμενές.
- Στηθαίο
- Ο χαμηλός τοίχος γύρω από την άκρη μιας ταράτσας ή ενός μπαλκονιού. Η ένωσή του με το δάπεδο είναι από τα πιο συνηθισμένα σημεία διαρροής.
- Στόκος (στοκάρισμα)
- Λεπτόκοκκο υλικό, σε πάστα ή σκόνη, που γεμίζει τρύπες, λεπτές ρωγμές και ανωμαλίες, ώστε ο τοίχος, το ταβάνι ή το ξύλο να γίνει λείο πριν βαφτεί.
- Συντηρητικό ξύλου
- Υγρό που εμποτίζει το ξύλο και το προστατεύει από μύκητες, σάπισμα, σαράκι και υγρασία. Μπαίνει σε γυμνό ξύλο, συνήθως πριν από το βερνίκι ή το χρώμα.
- Σφήνες ευθυγράμμισης πλακιδίων
- Μικρά πλαστικά εξαρτήματα (βάσεις με σφήνες ή καπάκια) που μπαίνουν στις ενώσεις των πλακιδίων όσο η κόλλα είναι νωπή και τα κρατούν στο ίδιο επίπεδο, χωρίς «σκαλοπάτια».
Τ
- Τοίχος πλήρωσης
- Τοίχος από τούβλα που γεμίζει το κενό ανάμεσα σε κολόνες, δοκάρια και πλάκες. Χωρίζει χώρους, αλλά δεν είναι φτιαγμένος για να κρατά το κτίριο.
- Τρίψιμο
- Η λείανση μιας επιφάνειας με γυαλόχαρτο ή τριβείο, για να φύγουν ανωμαλίες, χαλαρό παλιό χρώμα ή γυαλάδα, ώστε το νέο χρώμα ή βερνίκι να πιάσει καλά και να βγει λείο.
Υ
- Υγρασία συμπύκνωσης
- Η υγρασία του αέρα που γίνεται νερό πάνω σε κρύες επιφάνειες, όπως τζάμια, εξωτερικές γωνίες και ταβάνια. Είναι η πιο συχνή αιτία μούχλας μέσα στο σπίτι.
- Υγρή μεμβράνη (επαλειφόμενο στεγανωτικό)
- Στεγανωτικό που απλώνεται σε υγρή μορφή με ρολό, πινέλο ή ψεκασμό και, όταν στεγνώσει, σχηματίζει μια συνεχή, ελαστική μεμβράνη χωρίς ραφές.
- Υδροβολή (πλύσιμο με πιεστικό)
- Καθάρισμα μιας επιφάνειας με δυνατή δέσμη νερού από μηχάνημα. Πριν από στεγάνωση, μόνωση ή βάψιμο, βγάζει σκόνη, βρωμιά, λειχήνες και ό,τι χαλαρό, για να πιάσει καλά το νέο υλικό.
- Υδρορροή
- Το κανάλι και ο σωλήνας που μαζεύουν το νερό της βροχής από τη στέγη ή την ταράτσα και το οδηγούν στο έδαφος ή στην αποχέτευση.
Φ
- Φέρων τοίχος
- Τοίχος που σηκώνει βάρος του κτιρίου, όπως πλάκες, δοκάρια ή τους ορόφους από πάνω. Δεν γκρεμίζεται και δεν ανοίγεται χωρίς μελέτη μηχανικού και την άδεια που προβλέπεται.
- Φρεάτιο
- Μικρός θάλαμος στο έδαφος με καπάκι, όπου ενώνονται οι σωλήνες αποχέτευσης ή ομβρίων και από όπου ελέγχονται και καθαρίζονται.
Ψ
- Ψεκαζόμενη πολυουρεθάνη
- Αφρός που ψεκάζεται σε υγρή μορφή, φουσκώνει επί τόπου και σκληραίνει σε ενιαία στρώση χωρίς ενώσεις. Μονώνει θερμικά και κλείνει ρωγμές και αρμούς.
- Ψυχρή (ανακλαστική) επίστρωση
- Λευκή ή πολύ ανοιχτόχρωμη τελική στρώση που αντανακλά μεγάλο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας, ώστε η ταράτσα και ο όροφος από κάτω να ζεσταίνονται λιγότερο.
Ω
- Ωρίμανση μπετού (κατάβρεγμα)
- Η φροντίδα του φρέσκου μπετού τις πρώτες μέρες: να μην πατηθεί και να μη στεγνώσει απότομα, ώστε να σκληρύνει σωστά και να μη ραγίσει.